Aποσπάσματα

Παραθέτουμε μερικά από τα 60 ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Ο ΜΙΤΟΣ» Της Αριάδνης Τζούμα. Εκδόσεις ΠΟΛΥΦΕΓΓΟΣ Αθήνα 2011

Η μελωδία της ψυχής

Ο λόγος της αγάπης Θεϊκός.
Ο χρόνος, γλύπτης της φθοράς, τρομάζει…
Ο χώρος της ψυχής, ουράνιο φως,
κομμάτι του Θεού που σ’ αγκαλιάζει.

Μπες στης ψυχής τα έγκατα ν’ αφουγκραστείς
πίσω, του χρόνου μελωδίες ξεχασμένες
και με τα μάτια της ψυχής σου ίσως δεις
εικόνες του καιρού ξεθωριασμένες.

Εκεί εγώ θα μπω να τραγουδώ
με μελωδίες της ψυχής μου να χορεύω
εκεί να στήσω ξέφρενο χορό
κι αισθήματα αγάπης να μαζεύω.

Έλα κι εσύ μαζί μου να χορεύεις,
δεν βάραινες Χειμώνες να μαζεύεις!
Της νιότης μας χαρές ζήσε μαζί μου,
κουράστηκα να είμαι μοναχή μου…

Τη μελωδία της χαράς να μοιραστούμε
έλα να ζήσουμε μαζί, ν’ αγαπηθούμε…
μέσα στο άφταστο το φωτεινό κι ωραίο
και μη σε νοιάζει πότε θα ‘ρθει το…μοιραίο.

Αιώνιο ταίρι (Γη και Ουρανός)

Ω μάνα Γη και Ουρανέ πατέρα
θείο ζευγάρωμα στα μάτια του Θεού
έρωτας διάσπαρτος πέρα ως πέρα
θύτες και θύματα ζωής κι αφανισμού.

Ανεμοστροβιλίζονται μες στο ρυθμό τους
αιώνιο ταίρι ενός ατέλειωτου χορού
στο σύμπαν με τον μυστικό δεσμό τους
ζευγάρι απόμακρο στη δύνη του καιρού.

Κι η Γη κρυφά στα σπλάχνα της κρατάει
μυριάδες σπέρματα του αιώνιου εραστή
αυτή με ήλιο και βροχή τα ξεγεννάει
μέσα στην αγκαλιά της τη ζεστή.

Αρμονική η σχέση τους κι ευλογημένη,
γιατί η φύση υπακούει στο Θεό,
η ανθρωπότητα να είναι προικισμένη
και να πορεύεται με Γη και Ουρανό.

Μα η απληστία του ανθρώπου ξεπερνάει
κάθε φραγμό κι ηθικές αξίες.
Η μάνα Γη τα δύσκολα περνάει
τη βάζουν σε σκληρές δοκιμασίες.

Και κινδυνεύει σπ’ το σύμπαν να χαθεί
η Γη κι ο Ουρανός τ’ όμορφο ταίρι
αυτό που έπλασε το χέρι του Θεού
το καταστρέφει δυστυχώς ανθρώπου χέρι.

Το δείλι

Το δείλι είναι ανάλαφρο
σα πρώτη μέρα αγάπης
και σαν της νιότης το γλυκό
πρωτόγνωρο φιλί.
Βυθίσου πα στο σούρουπο
εσύ σα θέλεις να ‘χεις
το ρίγος που χαϊδεύει το κορμί.

Το φεγγαρίσιο θάμπωμα
βουνά και κάμπους σμίγει,
νέους σμίγει με έρωτες
βρέφη με θηλασμούς
και του ασπρομάλλη γέροντα
ο νους μετράει στο ζύγι
βαριαναστεναγμούς.

Στέκουν τα πάντα ασάλευτα
μπροστά στο νου τ’ ανθρώπου,
όλα σιμά κι όλα μακρά
σαν η καρδιά απ’ την γνώση.
Κουράστηκε και το κορμί
της θάλασσας παλιό σκαρί
ζητάει να ανταμώσει…

Βαραίνει ο νους του γέροντα
σα μεθυσμένου ανάσα.
Στο τζάκι έσβησε η φωτιά
το σώμα του ριγεί.
Πάνω στο χάραμα έσβησαν
και τ’ ουρανού τα άστρα
σαν έσβησε του γέροντα η πνοή…

Δυστυχία

Να ‘ναι της μοίρας τους γραφτό! Ποιος ξέρει, ίσως!
να βασανίζονται οι άνθρωποι στο μίσος.
Σαν βρει κακία στην καρδιά εκεί φωλιάζει
πίνει το αίμα της καρδιάς και την αδειάζει.

Ανήμπορη πια η ψυχή για ν’ αγαπήσει
βουλιάζει σαν τον ήλιο μες στη δύση.
Το μίσος, η κακία κι η διχόνοια
θρονιάστηκαν μες στη ψυχή αιώνια.

Λησμόνησε τι πα να πει αγάπη·
την έπνιξε μες στης καρδιάς τα βάθη.
Επέλεξε να υπηρετεί μίσος, κακία,
που γέννησαν την λέξη «Δυστυχία»

Λέξη σκληρή γεμάτη πόνο και οδύνη
στο διάβα της καλό δεν έχει μείνει.
Καίει καρδιές και νου στο πέρασμα της
κερνάει αρρώστιες και μιζέρια στα παιδιά της.

Εχθρούς δεν βλέπει κι αλωνίζει η…αχρεία,
δεξί της χέρι είναι μόνο η κακία.
Μα υπάρχει ένας εχθρός και τονε τρέμει…
είναι η Αγάπη του Θεού που…περιμένει.

Η επιθυμία του ταπεινού

Θεέ!
Δεν σου ζητώ γλυκό ψωμί
να γεύομαι εδώ κάτου,
μήτε να διώχνεις στη στιγμή
τον πόνο του καμάτου.

Μήτε αφέντης σου ζητώ
να ‘μαι γεμάτος γρόσι
ολονυχτίς να τα μετρώ
μέχρι να ξημερώσει.

Σαν έρθει όμως η σειρά
και η δική μου, άκου,
θε να διαβώ δίχως φθορά
τη στράτα του θανάτου.

Βροχή

Βροχή, ως πότε πια θα κλαίς
βουβά τον πόνο σου να λες
γι αυτούς που αγάπησαν
κι άδικα αμάρτησαν
κι άδοξα…φύγαν!

Χοντρές σταγόνες ο καημός
ποτάμι ο αναστεναγμός
βουβό το κλάμα πίσω
από τα τζάμια
γι αυτούς που…μείναν.

Μονότονη κι εκφραστική
βαριά του πόνου μουσική
ψυχρές οι νότες
πίσω απ’ τις πόρτες
καρδιές ραγίσαν.

Βαρύς ο πόνος να πονώ
μα πως μπορώ να λυτρωθώ
πώς να γελάσω
και να ξεχάσω
τέτοιο χαμό!


Στ’ ακρογιάλι το μικρό ( μελοποιήθηκε από την στιχουργό το 2016)

1ο κουπλέ

Στ’ ακρογιάλι το μικρό
ήρθα να ξαναθυμηθώ
πόσα δίναμε φιλιά
στ’ αρμυρισμένα μας κορμιά.

2ο κουπλέ

Στ’ ακρογιάλι το μικρό
δικά σου αχνάρια αναζητώ
δυο κοχύλια στην ποδιά
και λίγα αστέρια στα μαλλιά.

Ρεφρέν

Μαζί με γλάρους και εμείς
στις ακροθαλασσιές
πίναμε τ’ αρμυρό νερό
και ξεδιψάγαν οι καρδιές…

Τώρα που πήγες μακριά
δεν το χωράει καρδιά και νους
χαθήκαμε σαν τα πουλιά
σε άγνωστους ωκεανούς. (μουσική υπόκρουση)

3ο κουπλέ

Στ’ ακρογιάλι το μικρό
έγειρα ν’ αποκοιμηθώ
κι ονειρεύτηκα ξανά
της νιότης μας τα δειλινά.

4ο κουπλέ

Στ’ ακρογιάλι το μικρό
έλα κι εσύ όπως κι εγώ
να βρεθούμε αγκαλιά
στου φλοίσβου την ακρογιαλιά.

Ρεφρέν

Μαζί με γλάρους…κλπ (στο τέλος ακούγεται μουσική με πέταγμα γλάρων)

Το σπασμένο κοχύλι

Ένα σπασμένο κοχύλι
κρατά στα χέρια της μόνο
με μια καρδιά ραγισμένη
να της θυμίζει τον πόνο.

Να της θυμίζει εκείνον…
– ξεθωριασμένη εικόνα –
που στη θολή τη ματιά της
επίμονα κρατάει ακόμα.

Και σκύβει μες στο κοχύλι
– λαχτάρα που ‘χει η ψυχή της –
εκείνου τη φωνή ν’ ακούσει
μ’ ακούει μόνο τη δική της.

Μες στο σπασμένο κοχύλι
κρυφά κρατά αναμνήσεις
και ψιθυρίζουν τα χείλη
«ζήσε μ’ αυτές όσο ζήσεις».

Παραθέτουμε αποσπάσματα από το θεατρικό έργο έμμετρου λόγου « Το προξενιό της Βαγγελιώς» που μέρος αυτών παραθέτει η Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ στον 28ο τόμο (έτος 2015) στις σελ.378 -379 – 380.

ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΟ ΤΗΣ ΒΑΓΓΕΛΙΩΣ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ
ΕΜΜΕΤΡΟΥ ΛΟΓΟΥ
της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΤΖΟΥΜΑ

Λίγα λόγια για το έργο

Η Θεατρική κωμωδία «Το Προξενιό Της Βαγγελιώς» είναι έργο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν την εποχή του ’70 σε μία Ελλαδική ορεινή επαρχία. Για ευνόητους λόγους, ο τόπος και τα πρόσωπα είναι φανταστικά.
Τα γεγονότα διαδραματίζονται σε μια κλειστή κοινωνία απλών ανθρώπων της υπαίθρου, που ζουν με τις παραδόσεις, τα ήθη και έθιμά τους, αλλά και με τα μυστικά τους…
Καλά κρυμμένα μυστικά της μεταπολεμικής εποχής (1946-1949) του εμφυλίου πολέμου, ξεθάβονται και γίνονται εφιάλτες για να αναστατώσουν τις ζωές των ανθρώπων και να καθορίσουν το μέλλον τους.
Οι παντρειές με προξενιά, κακές συνήθειες από παλιά και εύκολη λύση στην αποκατάσταση των νέων, δίνουν και παίρνουν στην κλειστή τους κοινωνία.
Τα νεανικά σκιρτήματα με τις σεξουαλικές στερήσεις οδηγούν τους νέους στο μονόδρομο του προξενιού, με όλα τα… ευτράπελα που ‘χει το αλισβερίσι…
Κωμικοτραγικές καταστάσεις διακωμωδούνται μέσα από την νοοτροπία και την απλοϊκότητα των ανθρώπων.
Η ζήλεια και τα… κουτσομπολιά στο έπακρον.
Η αφέλεια στο μεγαλείο της μπερδεύει το ηθικό με το ανήθικο.
Το ιδεατό πνίγεται στην καθημερινότητα και επί σκηνής… τα σπουδαία.

Η Θεατρική συγγραφέας
Αριάδνη Τζούμα

ΑΠΟΣΜΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
(απο την 2η σκηνή της 1ης πράξης)

ΣΤΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ
(παραμονή του προξενιού στο αρχοντικό)

Αργυρώ – Σ’ έπιασε τώρα η προκοπή,
βρήκες μέρα να κεντήσεις!
Απ’ τα ψες σου το ‘χω ειπεί
τα προικιά σου να στολίσεις.
Άπλωσε όλα τα λευκά,
τα σεντόνια τις πετσέτες
κι όσα είναι αγοραστά
κόψε βρε τις ετικέτες!
Κρέμασε και τα ταψιά,
βγάλε και τις κατσαρόλες
δίπλα-δίπλα στη σειρά
πα στο ράφι να ‘ναι όλες.
Έλα Μαρίκα μ(ου )κι εσύ
βόηθα με τα προικιά της!
Θα μας χρονίσει η Βαγγελιώ,
δε φορά και τα γυαλιά της.
(η θεία Μαρίκα την παρακολουθεί που κεντά)
Βγάλ(ε) απ’ το στόμα σ(ου) την βελόνα
θα σου μπει στην καταπιόνα σ(ου)!
Μάζεψε τα , άντε μπρός,
αύριο έρχεται… γαμπρός!

(η κόρη βγαίνει από το δωμάτιο με νάζι)
Αργυρώ – Άντε να δούμε και γαμπρό
να δούμε και εγγόνια…
Χρόνο στο χρόνο βάραιναν
επάνω μας τα χρόνια.
Τι θα μας φέρει το αύριο
ένας Θεός το ξέρει. (σταυροκοπιέται)
Μαρίκα – Κι εμείς το ξέρουμ(ε) Αργυρώ!
Γαμπρό απ’ το Κρυονέρι.
Αργυρώ – Για να τον δούμε και αυτόν,
θα μας την καταφέρει;
Μαρίκα – Χλωμό το βλέπω αδελφή
κανένας δεν της κάνει.
Θα της αρέσει ο…κοντός
ο… βλάχος απ’ τη στάνη;
Ίσως τα βρούνε στα μυαλά!
Εκεί ίσως τα πάν(ε) καλά…
(η Αργυρώ την αγριοκοιτάζει)
Αργυρώ – Για μάζεψε τη γλώσσα σου
δε θέλω ειρωνείες.
Μαρίκα – Μη με προσβάλεις αδελφή,
συ θρέφεις ερινύες.
Το ‘πα εγώ για χωρατό,
τη Βαγγελιώ την αγαπώ!

(μπαίνει η Βαγγελιώ με νάζι φορώντας ένα προκλητικό φόρεμα)
Μαρίκα – Κάνε μια γύρα να σε δω
και να σε καμαρώσω!
(η Βαγγελιώ κάνει τη… γύρα της και η μάνα της λέει με αυστηρό ύφος)
Αργυρώ – Για μάζεψε τα στήθια σου,
τα έχεις βγάλει απ’ όξω…
Βαγγελιώ – Τι να τα κάνω μάνα μου
το μπούστο μου να κρύψω!
Τα όμορφά μανούλα μου
γιατί να μη τα δείξω;
Δικά μ(ου) είναι, τα έκλεψα;
για κάντε μου τη χάρ(η)!
Μόνο την προίκα μ(ου) θα κοιτά
αυτό το παλικάρ(ι)!
Γυναίκα θέλει ο γαμπρός
δεν θέλει…προβατίνα!
Μας το εξήγησε καλά
αυτή η κυρά-Κατίνα.

(σηκώνεται η μάνα και πιάνει το μπούστο της)
Αργυρώ – Δωω θα ‘ναι το…επίκεντρο!
Βαγγελιώ – Θα γίνει εδώ σεισμός;
Αργυρώ – Α που να φας τη γλώσσα σου!
Βαγγελιώ (ψιθυρίζει) – Τι θα ‘βρει ο γαμπρός.
Μαρίκα – Η Βαγγελιώ το επίκεντρο
μαζί με τα προικιά της.
Αργυρώ – Όχ(ι) θα τη δώσουμε γυμνή!
Μαρίκα (γελώντας) – Φοράει τα βρακιά της.
Αργυρώ – Άσε αδελφή τα χωρατά
και είμαι εκνευρισμένη.
Η κόρη μου είναι ατίθαση!
Μαρίκα – Και κακομαθημένη…!
(κοιτάει η μάνα την κόρη της που παιδεύεται με το μαλλί της)
Αργυρώ – Μάζεψε κότσο τα μαλλιά σου
να φανεί η αρχοντιά σου!
Βαγγελιώ – Θα τα αφήσω εγώ μοιραία
για να είμαι πιο ωραία!
(τα κουνάει πέρα-δώθε και η Αργυρώ νευριάζει)
Αργυρώ – Αν στα κόψω σα τραγί,
σύρε με την κατσίκα σου
να κάνετε παρέα.
(φεύγει η μάνα από το δωμάτιο και η ανιψιά με την θεία γελάνε)


2ο μέρος (ξεθάφτηκαν…οι μνήμες)

(η προξενήτρα παίρνει παράμερα την κυρά-Γωγώ)
Κατίνα – Γωγώ τι λες, η κοπελιά
σου γέμισε το μάτι;
Γωγώ – Πληθωρική η Βαγγελιώ,
γεμάτη είν’ κομμάτι.
Αυτή ψηλή, θεόρατη!
κι ο γιός μου…ντελικάτος.
Κατίνα – (χαμηλόφωνα)
Αμ δεν το παραδέχεσαι
πως είναι ένας πάτος!
Η κόρη έξτρα-έξτρα λάρτζ (XXL)
κι ο γιός σ(ου) μισή μερίδα.
Γωγώ- Χάθηκε το παιδάκι μου
κοντά της σαν τον είδα.
Σαν τη χοντρή του «Θησαυρού»
δίπλα στο «Ζαχαρία».
Κατίνα – Σαν παντρευτούν με το καλό,
ο Νιόνιος θα την…στρώσει.
Σουηδική γυμναστική…
και θα την σουλουπώσει.
Μα δε μ’ αφήνετε κι οι δυο
να κάνω τη δουλειά μου!
Είπα να κάνω ένα καλό,
μη βρω και τον μπελά μου!
(η Γωγώ απορεί)
Γωγώ – Ποιοι δυο;
Κατίνα – Εσύ κι ο Θύμιος, πρόσεξε!
Συνέχεια πάτε κόντρα!
Εσείς μωρέ τσακώνεστε
κι οι δυο σα τα κοκόρια!
Γωγώ – Δεν είν(αι) ο λόγος τα παιδιά
μα πίσω κρύβονται άλλα…
Κατίνα – Άλλα!
Γωγώ – Άσε μωρέ Κατίνα μου
μη πάρ(ει) κι εσένα η… μπάλα!

(τις διακόπτει η Αργυρώ)
Αργυρώ – Τι λέτε εσείς παράμερα
σα να συνωμοτείτε;
Δεν πήγατε στον αργαλειό
τα υφαντά να δείτε!
Κατίνα – Πήγαμε, πήγαμε Αργυρώ
και θα τα ξαναδούμε!
Δεν τα χορταίνει η μια ματιά.
(η Γωγώ της ψιθυρίζει)
Γωγώ – Και τα φλουριά τς να δούμε.

(ο κυρ- Θύμιος κοιτάει ερευνητικά την κυρά Γωγώ και τη ρωτά)
Θύμιος – Από πού κράτα η σκούφια σ(ου),
θα μας πεις κυρά Γωγώ;
Γωγώ – Είμαι από μεγάλο σόι…
όχι παρακατιανό!
Είμαι κόρη εγώ του Ζέβρα!
Θύμιος – Του τσέλιγκα ωρέ του Ζέβρα;
Η γυναίκα του ήταν στείρα!
Γωγώ – Και η μάνα μ(ου) ζωντοχήρα…
Δούλευε στ’ αρχοντικό τους·
Θύμιος (ψιθυρίζει)
– και…βόλευε το αφεντικό τους.
Κλωθογύρναγε τον Ζέρβα·
θα την είχε για…ρεζέρβα.
(δυνατά) Τη μάνα σ(ου) δε την πήρε με στεφάνι,
κρυφοσμίγανε στη στάνη.
(ψιθυρίζει)… μπασταρδάκι στις πλαγιές,
αναβόσβηνε καρδιές.
(δυνατά) Κι εσύ μεγάλωσες σα πέρα
στον βουνίσιο τον αέρα;
Γώγω – Ναι! πέρα εκεί στα βοσκοτόπια,
μα δεν ήμουν όποια κι όποια!

(ο Θύμιος σα να τον χτύπησε ρεύμα τινάζεται και λέει ψιθυριστά)
Θύμιος – Ααα τσαχπίνα βοσκοπούλα,
σε θυμήθηκα…Γωγούλα!
(την κοιτάει λοξά και ειρωνικά)
…κλπ

3ο μέρος (το… ζευγαράκι στο μπαλκόνι)

Βαγγελιώ – Ο μπαμπάς μου εκεί σα πέρα
σα να σήκωσε παντιέρα.
Νιόνιος – Και η μάνα μου έχει… ρέντα,
βλέπω αγρίεψε η κουβέντα.
Βαγγελιώ – Μη η μάνα σ(ου) δε με θέλει;
Φαίνομαι γι αλλοπαρμένη;
Προξενιό και με το ζόρι
που ‘μαι και μοναχοκόρη!
Δεν με θέλει η Γωγώ,
δεν την θέλω ούτε εγώ.
Νιόνιος – Πως μπορεί να μη σε θέλει
που τα χείλη σ(ου) στάζουν μέλι!
Έλα τώρα μη θυμώνεις.
δίπλα μου θα καμαρώνεις,
κι όλες του χωριού θα σκάσουν
σα θα δουν πως θα με χάσουν…

(της λέει πονηρά)
Έχω εγώ κρυφές τις χάρες.
Νααα ξοπίσω μ(ου) σουσουράδες!
Μα εγώ εσένα θέλω.
Πες μωρέ κι εσύ το «θέλω»!
Πάρε φόρα βρε και έλα
ακριβή μου περιστέρα!
…κλπ
(Απο την 1η σκηνή της 2ης πράξης)

Βαγγελιώ – Μαγδάλω
(σε τηλεφωνική επικοινωνία)

(Κυριακή πρωί κτυπάει το τηλέφωνο)

Μαγδάλω – Εμπρός! Εμπρός ποιός είναι;
Ούτε έξι πια δεν είναι!
Εδωνά κοιμούνται όλοι
γιατί σήμερα είναι σχόλη.
Βαγγελιώ (χαμηλόφωνα) – Εγώ είμαι φιλενάδα,
σου ’χω νέα μου… αράδα!
Μαγδάλω – Μη μου πεις πως βρήκες άντρα!
Έγινε το προξενιό;
Μ’ έχει φάει η αγωνία!
Πες μου βρε για τον γαμπρό!
Θα σε χάσω Βαγγελία;
Βαγγελιώ – Έγινε το προξενιό
μα εσύ δε θα με χάσεις
και θα μου κακοφανεί
απ’ το σπίτι αν δεν περάσεις.
Ήρθαν και οι τρεις, εψές,
κι ο γαμπρός, όπως μου είπες,
κράταγε στην αγκαλιά
μια ανθοδέσμη με τουλίπες.
Ο… λεγάμενος, που λες,
είναι από το Κρυονέρι.
Μαγδάλω – Α! Η θεια μου είναι από κει,
σίγουρα θα τονε ξέρει.
Βαγγελιώ – Και τον λένε Διονύση.
Μαγδάλω – Άντε βρε, και να σου ζήσει!
Βαγγελιώ – Συ Μαγδάλω μ(ου) πονηρή,
πως τα πάτε με τον Ζήση;
Μαγδάλω – Το κορμί μ(ου) δεν τον ποθεί
κι η καρδιά μ(ου) έχει ραγίσει.
Βαγγελιώ – Τα χαλάσατε μωρή
τώρα που ’ρθε η σειρά σου;
Μαγδάλω – Άσε μένα Βαγγελιώ,
λέγε τώρα τα δικά σου!
Βαγγελιώ – Ο γαμπρός είναι λεπτός.
Ε, θέλει λίγο να γιομίσει.
Να βάλει μερικά κιλά.
Μαγδάλω – Να αντέχει στο…, μη σ’ αφήσει!
(κάνει πονηρή κίνηση και… συμπληρώνει)
Σαν σε πάρει αγκαλιά
απ’ το βάρος μη λυγήσει!
Αμ και εσύ λίγο να χάσεις
μπόλικα κιλά ν’ αδειάσεις!
Δος του τα μωρ’ από σένα,
να μην πάνε και χαμένα!
…κλπ

(η Βαγγελιώ ηρεμεί και συνεχίζει)
Βαγγελιώ – Είναι εγγονός του Ζέβρα!
Μαγδάλω – Του τσέλιγκα μωρέ του Ζέβρα!
Του… ντερέκι, του ψηλού!
Βρε μην είναι αλλουνού;
Και ο Νιόνιος ο εγγονός
πως προέκυψε κοντός;

(η Βαγγελιώ πάλι θυμώνει)
Βαγγελιώ – Αν στον δώσουν, μη τον παίρνεις,
ψάξε αλλού που… βολοδέρνεις.
Γω τον θέλω και με θέλει,
κι ότι λες, με δεν με μέλλει.

(παίρνει μια ανάσα)
Μα κι αυτή η πεθερά μου
θα μου κόψει τη χαρά μου!
Μες στα πόδια μ(ου) θα την έχω.
Δεν μπορώ, δεν την αντέχω!
Με τη μάνα του ζει ακόμα…
Μαγδάλω – Θα τη φάει κι αυτή το χώμα.
(γελάνε)
…κλπ
Μαγδάλω – Μη μου πεις πως είναι αυτός,
ο… κοντός στο πανηγύρι;
Βαγγελιώ – Ναι, που τριγύρναγε ο τρελός,
γύρω από το ποδογύρι μ(ου).
Μαγδάλω – Φιλενάδα, αυτός είν’ γάτα,
ο κοντός με την γραβάτα.
Κι άρεσες αυτόν τον…πάτο
που βρωμά από πάνω ως κάτω;
Βαγγελιώ – Με τα πρόβατα όλη μέρα
πότε να ’μπει στην μπανιέρα.
Μαγδάλω – Εε μια φορά την εβδομάδα
χώνε τον μες στην μπουγάδα!

(γελάει σαρκαστικά και συνεχίζει)
Αυτός κοντός και εσύ χοντρή
ταμάμ κι οι δυο για το μαντρί.
Κι από μια αρχοντοπούλα
θα σε κάνει βοσκοπούλα.
Να κουρεύεις προβατίνες
και να κυνηγάς τσι γίδες.
Πάρε τα όλα σε πακέτο,
μη τον πάρεις…νέτο-σκέτο!
Μα, κύλησε ο τέντζερης
και βρήκε το καπάκι.
…κλπ

(Απο την 2η σκηνή της 2ης πράξης)
ΣΤΟ ΚΡΥΟΝΕΡΙ

Στο καφενείο του χωριού

(ανταμώνουν οι δύο φίλοι)
Γιωργής – Τι ώρα πήγε, άργησες!
Είπα μου την κοπάνησες.
(ο Νιόνιος όρθιος μπροστά στο φίλο του λάμπει από ευτυχία)
Σάμπως χθες στο προξενιό
να τα βρήκατε τα… δυο.
Άντε μπρος λέγε, ξεκίνα,
μ’ έφαγε η αγωνία!
(ο Νιόνιος κάθεται και λέει)
Νιόνιος – Θα στα πω και με καμάρι
βρε χαρτί και καλαμάρι.
Όλα τα καλά τα νέα
με τα σέα και τα μέα.
(πίνει μια ρουφηξιά καφέ, που τον… περίμενε, και αρχίζει)
Όλη τη νύχτα ξάγρυπνος
έμεινα στο κρεβάτι·
μόλις το ένα έκλεινε
άνοιγε τ’ άλλο μάτι.
Δεν τόλμησα να κοιμηθώ,
μήπως μόλις ξυπνήσω,
φανεί πως ήταν όνειρο
που χάθηκε ξοπίσω.
Τσίμπα μην ονειρεύομαι
δεν το πιστεύω ακόμα.
Θαρρώ θα σπάσει η καρδιά μ(ου)
και θα χυθεί στο χώμα.
Στο δόξα πατρί με κτύπησε
ο έρωτας Γιωργή μου!
Ξεσήκωσε και το…πουλί
και κελαηδάει μαζί μου.
(ο Νιόνιος τρελαμένος χορεύει και τραγουδά)
« Να με πάρ(ει) να με σηκώσει
που η φούντα μ(ου) είναι τόση…
Να με πάρει κι η ευχή
που ’χω τόση αντοχή…»

Γιωργής – Σιγά ρε φίλε, φρέναρε,
κατέβα, προσγειώσου!
Θες να μου πεις τι έγινε,
γαμώ το κέρατό σου!
…κλπ

(ο Γιωργής με εμφανή έκπληξη τον ρωτά)
Γιωργής – Είναι η κόρη του κυρ-Θύμιου;
Του τσέλιγκα βρε του Τσαμπάση;
Αν την βάλεις στη καρότσα
και καθίσει…θα τη σπάσει!
Η κοπέλα είναι…χοντρή
θ’ ανεβαίνει στο μαντρί;
Νιόνιος – Ναι, είναι κάπως…γεματούλα!
Γιωργής – Είναι και…κομμάτ(ι) χαζούλα.
(ο Νιόνιος το παραβλέπει…και συνεχίζει)
Νιόνιος – Πρόσχαρη είναι, γελαστή!
Γιωργής(ψιθυρίζει) – Γαλοπούλα γεμιστή.
Νιόνιος – Πλούσια έχει τα μαλλιά.
Γιωργής – Μα φτωχή ’ναι στα μυαλά.
(ο Νιόνιος ενοχλείται)
Νιόνιος – Τι το θέλω το μυαλό!
Το από κάτω να ’ναι καλό.
Έξυπνη τη να την κάνω,
να μου βγαίνει κι από πάνω!
…κλπ

(Απο την 3η σκηνή της 2ης πράξης)
ΑΘΗΝΑ – ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ

Θύμιος – Διονύσης (σε τηλεφωνική επικοινωνία)

(κτυπάει το τηλέφωνο της Αθήνας και το σηκώνει ο Διονύσης)
Διονύσης – Εμπρός!
Θύμιος – Φίλε μου Διονύση μου,
Νιόνιε μου, καλημέρα.
Διονύσης – Ακόμα βρε δεν έφεξε,
κάτσε να σκάσει η μέρα!
Πουρνό-πουρνό θυμήθηκες
κι είπες να με ξυπνήσεις;
Στον ύπνος σου είδες όνειρο
να μου το εξιστορήσεις;
Θύμιος – Στον ξύπνιο μου είδα φάντασμα,
είδα τον… εφιάλτη.
Όλη την νύχτα ξάγρυπνος,
πού να μου κλείσει μάτι!
Σήκω και τράβα κι έλα εδώ,
κάνε μου αυτή τη χάρη!
Μη βλέπεις που γω κελαηδώ,
ο διάολος θα με πάρει.
Και σπεύσε Διονύση μου,
έλα εδώ ταχέως,
που κινδυνεύει ο …ανδρισμός μ(ου),
θα μείνω χωρίς…πέος. (το λέει σιγά)
Διονύσης – Τι λες ρε Θύμιο, σοβαρά!
Φύλα τον ανδρισμό σου!
Μήπως μωρέ… ξενοπηδάς;
Σε ψάχνει η Αργυρώ σου;
…κλπ


(Απο την 4η σκηνή της 2ης πράξης)
ΣΤΟ ΚΡΥΟΝΕΡΙ
(στο σπίτι της Γωγώς)

(Η Γωγώ πηγαινοέρχεται και μονολογεί)
Γωγώ – Τι έπαθα η καψερή
τώρα πα στα γεράματα…
να ξύνω τις παλιές πληγές
της νιότης μου τα τραύματα.
Να βάλω εγώ την όπισθεν
και να γυρίσω πίσω,
τους γκόμενους να θυμηθώ
να τους ξανά μετρήσω…
Και να τους βάλω στην σειρά
σε χρόνο και με τάξη.
Μα όλοι τους με είχανε
μη βρέξει και μη στάξει!
Μια βοσκοπούλα ήμουνα,
λιγνή και πενεμένη
κι όλο… παλούκια πήδαγα,
ήμουν και ξαναμμένη!
Τα παλικάρια στα βουνά
φωνάζανε «Αέρααα»
και τα μυαλά κι οι φούστες μου
σηκώνανε παντιέρα.

(ανοίγει η μισάνοιχτη πόρτα και μπαίνει η φίλη της η Βάσω)
Βάσω – Μόνη σου εσύ παραμιλάς,
κοιτάς και μπρός και πίσω!
Γωγώ – Τι να σου πω κι εσένανε
και από πού ν’ αρχίσω.
Βάσω – Βρε πες μου για το προξενιό,
την κοπελιά την ξέρω;
Να μάθω, να ενημερωθώ
κι αν θες τα μεταφέρω….

(η Γωγώ κοιτάει το κοινό)
Γωγώ – Την κουτσομπόλα του χωριού
στο σπίτι μου την βάζω
μα κολλητές σαν είμαστε,
όλα… της τ’ αραδιάζω.

(εξηγεί στη φίλη της)
Γωγώ – Τη νύφη την λένε Βαγγελιώ.
Γλυκιά είναι, τροφαντούλα·
είναι μια κόρη πλούσια
σωστή αρχοντοπούλα.
Βάσω – Τότε γιατί δεν χαίρεσαι,
χρυσού κτύπησες… φλέβα·
πού ‘ναι το γέλιο κι η χαράς σ(ου),
τα χείλη σ(ου) είν’ σφιγμένα!

(η Γωγώ δείχνει προβληματισμένη και ανήσυχη)
Γωγώ – Πήγα σαν την καλή χαρά
βρεγμένη έφυγα γάτα.
Βάσω – Άσε λοιπόν τον πρόλογο
και φτάσε στο « διά ταύτα.»
…κλπ

(Απο την 1η σκηνή της 3ης πράξης)
ΣΤΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ

1ο μέρος (οι παλιόφιλοι ξανασμίγουν)

( μεσημέρι της επομένης, στο αρχοντικό)

(κτυπά η πόρτα και ο Θύμιος ανοίγει)
Θύμιος – Καλώς τονε τον φίλο μου,
καλώς τον Διονύση!
που έτρεξες σα τoν λαγό
εδώ στο Καρπενήσι.
Σ’ ευχαριστώ παλιόφιλε,
θα στο χρωστάω χάρη
και θα κρατώ μόνο καλά
σαν ήμασταν φαντάροι.
Διονύσης – Τι έγινε;
Θύμιος – Πάρε μια ανάσα φίλε μου,
στρώσου στον καναπέ.
Μέχρι μα πεις και «κύμινο»
σου ’φτιαξα και καφέ.
(ενώ φτιάχνει τον καφέ μιλάει)
Εδώ οι γυναίκες λείπουνε,
τρέχουν για τα προικιά·
καλύτερα Διονύση μου
κι οι τοίχοι έχουν αυτιά!
Αυτά που έχω να σου πω
δεν είναι για…ντελάλη.
Διονύσης – Ηρέμησε αδελφάκι μου
για κάνε μου την χάρη!
Θύμιος – Να κλείσω τα παράθυρα
για να ’χουμε ησυχία.
(κλείνει το παράθυρο και φέρνει τους καφέδες, …εν τάχει)
Άκου λοιπόν προσεκτικά
και δώσε σημασία.

(κάθονται και ο Θύμιος αρχίζει…)
Θυμάσαι στο αντάρτικο
κει στις βουνοπλαγιές,
που ανταμώναμε κρυφά
με δύο κοπελιές;
…κλπ

Διονύσης – Πιάσε τα από την αρχή
γιατί μ’ έχεις ζαλίσει.
Θύμιος – Θα σου τα ειπώ πιο καθαρά
μπας και τα καταλάβεις.
Διονύσης – Μα, για χαζό βρε με περνάς!
Μίλα και μη μ’ ανάβεις!

(ο Θύμιος εξιστορεί)
Θύμιος – Έγινε ψες το προξενιό
ντόμπρο το παλικάρι·
της κόρη μας της άρεσε,
την είδα, τον γουστάρει!
Κι αυτός τη σκούφια του πετά,
κοντούλης είν’ κομμάτι,
μα κύλησε ο τέντζερης (γελάει)
και βρήκε το καπάκι.
Του Νιόνιου η μάνα, φίλε μου,
αυτή η συμπεθέρα,
είναι η Γωγώ που απ’ τα παλιά,
πήδαγα… κει σα πέρα.
Μήπως τότε την… γκάστρωσα
κι ο Νιόνιος είν’ παιδί μου;
Κάλιο ένα βόλι τότενες
Να ’κοβε το …πουλί μου.
(πηγαινοέρχεται ανήσυχος)
Θυμάσαι στην μεταπολεμική,
στο έπος του πενήντα…,
που ακούγαμε με το πικ-απ
τον Χιώτη με τη Λίντα;
Διονύσης – Ναί, γώ πάνω στο αντάρτικο,
κι εσύ στο Κρυονέρι.
Ποιά εποχή με την Γωγώ,
είχες το… νταραβέρι;
Θύμιος – Την Άνοιξη αρχίσαμε·
τέλειωσε Καλοκαίρι.
Θυμάμαι πως ξεκίνησε
κι ήρθε το… ορεκτικό.
Θα σου το ειπώ στα γρήγορα
το περιστατικό.
…κλπ

Παραθέτουμε αποσπάσματα από το ανέκδοτο θεατρικό έργο έμμετρου λόγου «Τα παρατράγουδα σε οίκο ευγηρίας» που παρέθεσε η Λογοτεχνική Εγκυκλοπαίδεια ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ στον 28ο τόμο (έτος 2015) σελ.380

Οι οικότροφοι σε πειθαρχικό…

(μπαίνει η Διευθύντρια στο κυλικείο και επικρατεί σιωπή.
Μετά από ένα ερευνητικό βλέμμα τους λέει ειρωνικά)

Διευθ/τρια – Τα παλικάρια της φακής…
κι οι σεξο-σουσουράδες…
Τι έμαθα! Τα τσούξατε
με ούζα τις προάλλες…
Θοδωρής – Που μας τα έφερες εσύ!
Και δύο νταμιτζάνες.
Δ/ντρια – Μέτρο δεν έχετε εσείς;
Θα βρω και τον μπελά μου!
Απ’ τη μέρα που ‘ρθα εδώ
έχασα τα μυαλά μου.
Ένα πουλί μου σφύριξε
κρυφά πίσω απ’ τ’ αυτί μου.
Μ’ αυτά που μου ‘πε έφριξα,
κι η ευθύνη είν’ δική μου.

(αρχίζει και νευριάζει…)

Μα σαν τα πόδια σηκωθούν,
για να βαρέσουν ώμους,
φορέστε τσίγκινα βρακιά
να προστατεύστε… κώλους.
Εδώ δεν είναι νήπιο
ούτε Δημοτικό.
Ούτε κάνα Γυμνάσιο
Να ‘χει πειθαρχικό.
Γερόντων είναι οίκημα,
της τρίτης ηλικίας…
και πρέπει να ‘στε υπόδειγμα
αυτής της κοινωνίας.
Με απογοητεύσατε
και γέροι και γριές.
Όλοι συναγωνίζεστε
στις κουτοπονηριές.
Και για τα ροζ τα σκάνδαλα,
να μην επεκταθώ.
(τους κοιτάζει ερευνητικά)
Βάσω – Μα εγώ, την άλλη Κυριακή
θα… αποκαταστηθώ!
Τον Διαμαντή στην εκκλησιά
θα πάω να παντρευτώ.

(η δ/τρια κάνει ένα μορφασμό αποδοκιμασίας)

Αργυρώ – Κι εγώ το προσωπάκι μου
θα πάω να…σιδερώσω.
Και τα μπαλκόνια μ’ που έπεσαν
ψηλά θα τα σηκώσω.
(η δ/τρια την κοιτάει και της λέει ειρωνικά)
Δ/τρια – Θέλεις πα στα γεράματα
νιάτα να ζωντανέψεις;
Σου ‘φυγαν βλέπω τα μυαλά σ’
κι άιντε να τα μαζέψεις.
Αργυρώ – Μη μου υψώνεις την φωνή
κι άκου κυρά να μάθεις.
Εκεί που ήσουν ήμουνα
κι εδώ που είμαι θα ‘ρθεις.

(η Δ/τρια κάνει πως δεν ακούει)

Δ/τρια – Εσύ κυρ-Αντωνάκη μου
δεν θα… εναντιωθείς;
Και για τα ροζ τα σκάνδαλα
τι έχεις να μας πεις;
Κυρ- Αντώνης – Εγώ κυρία Έλλη μου
μιλώ καπετανίσια.
θα σου τα πω κι ανάποδα,
θα σου τα πω και ίσια.
Κάλιο σε οίκο ανοχής
να ζω με ενοχές,
παρά σε ησυχαστήριο
να κάνω προσευχές.
Πόσα χρονάκια μου ‘μειναν;
Θέλω να τα χαρώ.
Τον τελευταίο της ζωής
χορεύω τον χορό.
Φαί εγώ ανάλατο
δεν έμαθα να τρώω
και γεύση θέλω στην ζωή,
να αλατοπιπερώνω…!
Κι αλάτι είναι ο έρωτας
και το πιπέρι πόθος.
Μ’ αυτά εγώ μεγάλωσα
σαν ήμουν καμαρότος.
Κι ο έρωτας είναι ζωή
μ’ αισθήματα αναμμένα.
Τα όσα λες του λόγου σου
εδώ τα ‘χω γραμμένα.
(ακούγονται ψιθυρίσματα)
Αυτός είν’ όλη μου η ζωή.
(κοιτά χαμηλά..)
Είν’ η κρυφή χαρά μου.
Με αυτόν, αν λάχει, εγώ… πηδώ
κι όλη την γειτονιά μου.
(επεμβαίνει η Αργυρώ)
Αργυρώ – Κυρία διευθύντρια,
θαρρώ μας αποπαίρνεις
και αν κατάλαβα καλά
εσύ μας κοροϊδεύεις.
Δεν σέβεσαι τα χρόνια μας
που μπαίνουν στο χειμώνα!
Είσαι μικρή του λόγου σου
να κάνεις τον κηδεμόνα.
Εγώ που χήρεψα νωρίς
με δυο παιδιά στην πλάτη,
η λέξη «χήρα» κόλλησε
μού ‘μεινε αμανάτι…
Μη πας εδώ, μη πας εκεί,
όλα με μέτρο κι ηθική…
Μέχρι που η δόλια ξέχασα
τι έχω… στο βρακί.
Ποιος νοιάζεται για μένανε,
η κόρη μου η ο γιός;
Βρε με θυμούνται! ξέχασα,
την πρώτη του μηνός.
(πετιέται και η Παρθενόπη)
Παρθενόπη – Εγώ κοπέλα έμεινα,
με ξέχασαν στο ράφι.
Δεν έκανα ούτε δεσμό
μη πάει η ζωή μου στράφι.
Δεν γνώρισα τον έρωτα
μήπως και αποτύχω,
κι οι σκουριασμένες μου αρχές
με κόλλησαν στον τοίχο.
Μού ‘δωσαν και παράσημο!
«κορίτσι με αρχές»!
Να με βραβεύσουν θέλανε
μην έχουν κι ενοχές!
Τώρα εγώ εξηντάρισα
και περιμένω ακόμα
μα όπως βλέπω κι εκτιμώ
θα μου το φάει… το χώμα.
Δεν είναι κρίμα κι άδικο
ο χάρος να την πάρει
την παρθενιά που φύλαγα
δεμένη με ζωνάρι!
Γι αυτό απ’ το καβούκι μου
βγήκα για να γλεντήσω,
να βρω κι εγώ τον γέρο μου
και να τσιλημπουρδίσω….
Δ/ντρια – Μόλις σου πάρ(ει) την… παρθενιά,
ο γέρος θα χηρέψει.
Αργυρώ – Κι εσύ κάνα ψυχίατρο
να βρεις να σε γιατρέψει.
Σ’ έπιασε η ζήλια που εδώ
εμείς καλοπερνάμε.
Χωρίς τα «πρέπει» και τα «μη»
την σκούφια μας πετάμε.
(μέσα στην αίθουσα γίνεται φασαρία και ο Θοδωρής ο κηπουρός ενθουσιασμένος φωνάζει)
Θοδωρής – Κι εγώ μαζί σας βρε παιδιά
κι ας έχω εγώ γυναίκα
που αν της εναντιωθώ
μού ‘ρχεται η …καρέκλα.
Γράψτε και με στο σύλλογο
σ’ αυτό το… σωματείο,
μιας και η Φρόσω μ’ έδιωξε
από το κυλικείο.
Ζήτω η ελευθερία σας
που κάνετε ότι θέτε!
(εμπιστευτικά)
Μα σπάσατε όλα τα κλαριά
στον κήπο μου. Προσέξτε!
(η διευθύντρια έξαλλη μονολογεί)
Δ/ντρια – Που να τους κάνω αυτούς καλά!
Εγώ εδώ θα τρελαθώ!
Τον οίκο ευγηρίας μου
Το ‘καναν «Βατερλώ»!
Παίρνω τα μπογαλάκια μου
κι αυτά τα καπελάκια μου
και θα παραιτηθώ.
Κι όπως καταλαβαίνεται
έμεινα εγώ στον… άσσο.
Δεν με σηκώνει το κλίμα εδώ,
καιρός για να την… τζάσω.
Και πρέπει να παραδεχτώ
πως βγήκα ηττημένη.
Εδώ είχα έρθει για μαλλί
κι βγήκα… κουρεμένη.
Μα κατά βάθος χαίρομαι
που δεν το βάζουν κάτω,
και κυνηγούνε της ζωής
τo… αλατοπιπεράτο…

(η αυλαία κλείνει)

Τ Ε Λ Ο Σ

Παραθέτουμε τα ποιήματα της Αριάδνης Τζούμα που συμμετείχε στην ποιητική ανθολογία της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ – 27ος Τόμος (έτος 2013) στις σελ. 383 – 384.

Αγνάντια

Θαλασσοπούλια των υγρών κι αρμυρισμένων βράχων,
βλέπετε κύματα που σκάνε και δάκρυα που στερεύουν…
μανάδων μάτια που ανοιχτά το πέλαγο αγναντεύουν.

Μαζί με σας γαντζώνονται στ’ απόκρημνα τα βράχια,
ζυγιάζοντας τα βλέμματα σε καραβιών κατάρτια·
αγάπης ρίχνουνε σχοινιά για να τα φέρουν πίσω.

Μανάδες καρτερούν τους γιούς, κόρες τσ’ αγαπημένους…
κι οι νιόπαντρες τους άντρες τους, τους φρεσκοερωτευμένους·
πριν τους γλυκάνουν τα φιλιά γεύονται την αρμύρα,
άλλης μεγάλης αγκαλιάς της θαλασσοπλανεύτρας…
που δεν γνωρίζει ν’ αγαπά, μήτε φιλιά να δίνει,
μόνο του πόθου τα ανδρικά κορμιά να καταπίνει…

Απανεμιά

Καραβοκύρη άρχοντα με θάλασσας πραμάτεια,
όταν γυρνάς χαράματα απ’ την καλή ψαριά,
στο ερημοκλήσι πήγαινε και κάμε το σταυρό σου,
πριν αγκαλιάσεις την κυρά, φίλα την Παναγιά.

Τ’ αρμυρισμένο σου σκαρί το «Μαϊστράλι» δέσε
σ’ απανεμιά του λιμανιού κι αυτό να ξεχαστεί
από του μεσοπέλαγου την άγρια βοή·
σκαρί ‘ναι και της θάλασσας νανούρισμα ποθεί.

Λόγια στον Ήλιο

Τη δύση σου ολημερίς καρτερικά προσμένω
να γαληνέψει η ψυχή να γεννηθεί κι ή ελπίδα,
την άλλη μέρα ήλιε μου πως πάλι θα ανατείλεις.
Πεθαίνεις κι ανασταίνεσαι, ζωή της μιας ημέρας.

Τις ώρες της Ανατολής λουλούδι μπρος σου ανοίγω
και στις στερνές της δύσης σου σε όνειρα πλανιέμαι…
Τις άλλες του μεσημεριού σκιάζομαι στο ‘λιοπύρι.
Αντίκρυ έχεις τα βουνά· μόνο αυτά αντέχουν
το πύρινο το βλέμμα σου τις …εχθρικές σου ακτίνες,
που και γι αυτές, τ’ ομολογώ, έχω κι εγώ ευθύνες…

Ύμνος στον Ήλιο

Ήλιε μου πόσο σ’ αγαπώ,
πηγή ζωής κι ελπίδα,
το φως σου πρωτοαντίκρισα
εσένα πρωτοείδα.

Με είδες να πίνω της χαράς
της νιότης μου ποτήρια,
να καταπίνω είδες με
βάσανα χίλια μύρια.

Ήλιε μου σε παρακαλώ
ρίξε μια στάλα αχτίδα
μες απ’ τα μαύρα σύννεφα
των γηρατειών σφραγίδα…

Παρακαλώ σε φώτισε
λίγο και την ψυχή μου
σαν γείρω, όταν ο χιονιάς
βαρύνει τη ζωή μου…

Κι αν με σκεπάσουν, ήλιε μου,
ζέστανε εσύ το χώμα
μήπως φυτρώσει ένα δεντρί
και ζήσω λίγο ακόμα….

Άνοιξη – Χειμώνας (δίπτυχο)

Άνοιξη

Θωριά της άνθισης, της νιότης χάρη,
της καλόγεννης μάνα Γης ωραία κόρη.
Κορμί λαχταριστό που ξεσηκώνει
έρωτες σε ανθισμένες απλωσιές.

Τρελός χορός στη Γη, μα κι εκεί πάνω,
για δες χορό που στήσανε τ’ αστέρια
στο ανοιχτό μπαλκόνι τ’ ουρανού!
Για ντέφι η Άνοιξη κρατά φεγγάρι
και τ’ άστρα νότες τραγουδιού.
Κόρη ανθοστέφανη δροσάτου πρωινού.

. . . . .

Χειμώνας

Σώμα της βαρυχειμωνιάς, γερμένο
κούτσουρο σε τζάκι που δακρύζει.
Στην παγωνιά και στης καρδιάς το ρίγος
γέρνει κι η μάνα Γη κι αποκοιμιέται…

Του γέρου ανέμισμα της άσπρης κόμης,
του καραβιού το πάλεμα στο ξεροβόρι.
Μαύρη μια αγκαλιά κρύβουν τ’ αστέρια,
του φεγγαριού η χλομάδα ‘απομακρύνει.
Σώμα ψυχρό, μακρύ σκαρί της νύχτας.

Το μοιρολόι της μάνας

Που πας παιδί μου επτάχρονο
γυμνό σ’ άγνωστο κόσμο…
Δε πρόκαμα να σε χαρώ
και να σε καμαρώσω,
να σε κανέψω με φιλιά
μα και να σε μαλώσω.

Λησμόνησα στη χούφτα σου
κέρμα αργυρό να βάλω
για τον συνταξιδιώτη σου,
στο δρόμο τον μεγάλο…
Για τον βαρκάρη τον ωχρό
μήπως τον ξεγελάσεις
και με το κέρμα τ’ αργυρό
ζωή να εξαγοράσεις.

Το δάκρυ σου άσε να χυθεί
στο μάγουλό του επάνω
μη τύχει και με λυπηθεί
και σε γυρίσει επάνω.
Κι αν θέλει ο Χάρος μια ψυχή
ας έρθει εμέ να πάρει·
δέκα ψυχές θα του ‘δινα
για τη δική σου χάρη.

Βάλτος

Σε βάλτους έμαθες να ζεις
κι ας είσαι του… αγέρα.
Δε σ’ άφησε η ανεμελιά
το νου σου να μαζέψεις.
Το παγωμένο σου κορμί, πλύνε,
το γυμνολασπωμένο…
και βάλε ρούχα καθαρά
το στήθος να ζεστάνει
μπας και κουρνιάσει ένα παιδί
γάλα σου να βυζάξει.

Σπλάχνο δικό σου να γενεί
να καλομεγαλώσει.
Τα πρώτα του τα βήματα
να σου χαράξουν δρόμο,
σε μονοπάτι καθαρό
που ανηφόρα έχει.
Από το χέρι κράτα το
κι απ’ την καρδιά σου δες το
ποτέ να μη μισεύσει.
Κορμί, καρδιά, ποτέ ξανά
τους βάλτους μη γυρέψει.

Σμιλεμένη ζωή

Σε μια πάγιά της γης, δική σου,
χάραξες όλη τη ζωή σου.
Σμίλεψες την άψυχη την πέτρα
και μου ‘πες «διάβαινε και τη ζωή μου μέτρα»
Κι εγώ, σκυφτή βαδίζω και μετράω,
στα μονοπάτια της ψυχής σου περπατάω.
Βαδίζω μπρος μα ο νους μου πάει πίσω,
τότε που τόλμησα να σ’ αγαπήσω…

Χρονολογίες, σκίτσα και ονόματα,
τα μυστικά της καρδιάς σου αποτυπώματα,
πάνω σε πέτρες από σένα χαραγμένα
και βλέπω μια ζωή χωρίς εμένα.
Μα βλέπω και ψηλά στο ουράνιο δώμα
ο ήλιος μας δεν έχει δύσει ακόμα….